ένστικτο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ένστικτο ένστικτα
γενική ενστίκτου ενστίκτων
αιτιατική ένστικτο ένστικτα
κλητική ένστικτο ένστικτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ένστικτο < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική instinct < λατινική instinctus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος instinguo < stinguo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *stengʷ- / *stegʷ- (ωθώ, σπρώχνω) (συγγενικό: αρχαία ελληνική λέξη στίζω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ένστικτο ουδέτερο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

φράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]