ένστικτο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ένστικτο τα ένστικτα
      γενική του ενστίκτου των ενστίκτων
    αιτιατική το ένστικτο τα ένστικτα
     κλητική ένστικτο ένστικτα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ένστικτο < γαλλική instinct < λατινική instinctus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος instinguo < stinguo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *stengʷ- / *stegʷ- (ωθώ, σπρώχνω) (συγγενικό: αρχαία ελληνική στίζω)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /'ɛn.sti(ŋ).ktɔ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ένστικτο ουδέτερο

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]