ένταξη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | ένταξη | οι | εντάξεις |
| γενική | της | ένταξης* | των | εντάξεων |
| αιτιατική | την | ένταξη | τις | εντάξεις |
| κλητική | ένταξη | εντάξεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, εντάξεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ένταξη < ελληνιστική κοινή ἔνταξις < αρχαία ελληνική ἐντάσσω < ἐν + τάσσω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ένταξη θηλυκό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εντάσσω
- ※ Τα εξελληνισμένα προσωπωνύμια και τοπωνύμια κύριο γνώρισμα έχουν την ένταξή τους στο ελληνικό κλιτικό σύστημα: η Καπύη, της Καπύης· οι Αββασίδες, των Αββασιδών· το Κίελο, του Κιέλου· η Κολωνία, της Κολωνίας. (∆. Ν. Μαρωνίτης, Το Εγκόλπιο της ορθής γραφής, περιοδικό Ταχυδρόµος 1998 )
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ένταξη
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)