Μετάβαση στο περιεχόμενο

έξανα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

έξανα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ξαίνω