έπαλξη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έπαλξη επάλξεις
γενική έπαλξης
& επάλξεως
επάλξεων
αιτιατική έπαλξη επάλξεις
κλητική έπαλξη επάλξεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έπαλξη < αρχαία ελληνική ἔπαλξις < ἐπαλέξω < ἐπί + ἀλέξω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /'ε.pal.ksi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

έπαλξη θηλυκό

  1. (ιστορία) καθεμιά από τις προεξοχές στο πάνω μέρος ενός τείχους, φρουρίου ή πύργου
  2. (μεταφορικά) η πρώτη γραμμή από την οποία δίνεται μια μάχη, ένας αγώνας ή γίνεται μια προσπάθεια

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]