έπαλξη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


(η) ουσ. (Κ έπαλξις, -εως) το ανώτατο τμήμα των τειχών φρουρίου ή πύργου

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

έπαλξη θηλυκό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]