έπαρμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἔπαρμα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έπαρμα επάρματα
γενική επάρματος επαρμάτων
αιτιατική έπαρμα επάρματα
κλητική έπαρμα επάρματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έπαρμα < αρχαία ελληνική ἔπαρμα < ἐπαίρω < ἐπί + αἴρω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

έπαρμα ουδέτερο

  1. καθέ τι που προεξέχει, ύψωμα
  2. (ανατομία) εξέχον μέρους του οστού ή εξόγκωση άλλου οργάνου του σώματος

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]