Μετάβαση στο περιεχόμενο

έπεσα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

έπεσα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πέφτω