Μετάβαση στο περιεχόμενο

έπλυνα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

έπλυνα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πλένω