έποικος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώσεις      ενικός      πληθυντικός
ονομαστική ο/η έποικος οι έποικοι
γενική του/της εποίκου
& έποικου
των εποίκων
αιτιατική τον/την έποικο τους/τις εποίκους
κλητική έποικε έποικοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έποικος < επί + οίκος • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

έποικος αρσενικό ή θηλυκό

  1. αυτός που έχει έρθει και εγκατασταθεί σε άλλη χώρα από τη δική του, ιδιαίτερα σε μια προσπάθεια που οργανώνεται από ένα κράτος και αποσκοπεί στην αλλαγή της πληθυσμιακής σύνθεσης μιας περιοχής
    η τουρκική κυβέρνηση έφερε και εγκατέστησε εποίκους από την Ανατολία στην κατεχόμενη Βόρεια Κύπρο
    η ισραηλινή κυβέρνηση αποφάσισε να ιδρυθούν νέοι συνοικισμοί εποίκων στη Δυτική Όχθη
    δείτε τη λέξη:  άποικος


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]