έρρινος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική έρρινος έρρινη έρρινο
γενική έρρινου έρρινης έρρινου
αιτιατική έρρινο έρρινη έρρινο
κλητική έρρινε έρρινη έρρινο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική έρρινοι έρρινες έρρινα
γενική έρρινων έρρινων έρρινων
αιτιατική έρρινους έρρινες έρρινα
κλητική έρρινοι έρρινες έρρινα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έρρινος < εν- + ρίνα + -ος < αρχαία ελληνική ῥίς ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική nasal)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

έρρινος, -η, -ο

  1. που δημιουργείται στη ρινική κοιλότητα ή προέρχεται από κει
  2. (γλωσσολογία) που δημιουργείται στη ρινική κοιλότητα ή προέρχεται από κει

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]