έσφαξαν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

έσφαξαν

  1. γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος σφάζω