έσχατος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ἔσχατος, ἐσχάτως, εσχάτως

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική έσχατος έσχατη έσχατο
γενική έσχατου έσχατης έσχατου
αιτιατική έσχατο έσχατη έσχατο
κλητική έσχατε έσχατη έσχατο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική έσχατοι έσχατες έσχατα
γενική έσχατων έσχατων έσχατων
αιτιατική έσχατους έσχατες έσχατα
κλητική έσχατοι έσχατες έσχατα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έσχατος < αρχαία ελληνική ἔσχατος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɛ.sxa.tɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

έσχατος -η, -ο

  1. τελευταίος
    1. (για τόπους) που βρίσκεται πιο μακριά απ’ όλους
    2. (χρονικά) που βρίσκεται στο τέλος
  2. ανώτερος, πολύ μεγάλος (ποιοτικά ή ποσοτικά)
  3. κατώτερος, χειρότερος (ποιοτικά ή ποσοτικά)
  4. (ουσιαστικοποιημένο) τα έσχατα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]