έφεδρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έφεδρος έφεδροι
γενική εφέδρου εφέδρων
αιτιατική έφεδρο εφέδρους
κλητική έφεδρε έφεδροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έφεδρος < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

έφεδρος

στρατιώτης ή βαθμοφόρος που δεν ανήκει στο στρατό σε καιρό ειρήνης, αλλά καλείται στα όπλα σε περίπτωση ανάγκης

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]