έφεση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έφεση εφέσεις
γενική έφεσης
& εφέσεως
εφέσεων
αιτιατική έφεση εφέσεις
κλητική έφεση εφέσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έφεση < αρχαία ελληνική ἔφεσις

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɛ.fɛ.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

έφεση θηλυκό

  1. η κλίση που έχει κάποιος για την καλλιέργειά του σε ένα ορισμένο τομέα ή μια συγκεκριμένη δεξιότητα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ροπή, τάση
    δεν είχα ποτέ έφεση στο κέντημα
  2. (νομικός όρος) ένδικο μέσο το οποίο ασκείται σε ένα δικαστήριο ανώτερο από εκείνο που εξέδωσε μια απόφαση και με την οποία επιδιώκεται η άρση της προηγούμενης (μη τελεσίδικης) απόφασης και η έκδοση μιας καινούριας, εκδικάζοντας εκ νέου την υπόθεση
  3. έκκληση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]