έφηβος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο/η | έφηβος | οι | έφηβοι |
| γενική | του/της του |
εφήβου έφηβου |
των | εφήβων & έφηβων |
| αιτιατική | τον/την | έφηβο | τους/τις τους |
εφήβους έφηβους |
| κλητική | έφηβε | έφηβοι | ||
| Ο δεύτερος τύπος της γενικής ενικού και αιτιατικής πληθυντικού, μόνο για το αρσενικό. Για το θηλυκό, δείτε και το έφηβη. | ||||
| Κατηγορία όπως «βιομήχανος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- έφηβος < αρχαία ελληνική ἔφηβος < ἐπι- + ἥβη
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]έφηβος αρσενικό ή θηλυκό (θηλυκό και έφηβη)
- άτομο που διανύει την περίοδο της εφηβείας
- ※ Στη λαμπρή τελετή των Θεοφανίων ο γόνος Παπαγεωργίου έκανε το παπαδάκι κοντά στον αρχιεπίσκοπο Ιάκωβο κρατώντας θυμιατό και δικηροτρίκηρα. Φωτογραφίες του τοπικού τύπου της εποχής αποτυπώνουν το δέος του εφήβου που από τότε προαλειφόταν για το ιερατείο (Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη, Η μοναξιά ενός ασυμβίβαστου: Σπυρίδων, Αρχιεπίσκοπος Αμερικής, 1996-1999 εκδ. Εξάντας, 2000, σελ. 43)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- εφήβαιο
- εφηβεία
- εφηβικά
- εφηβικός
- έφηβη
- μετεφηβεία
- μετεφηβικός
- μετέφηβος
- προεφηβεία
- προεφηβικός
- προέφηβος
- → δείτε τις λέξεις επί και ήβη
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] έφηβος
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βιομήχανος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)