έχιδνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Έχιδνα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η έχιδνα οι έχιδνες
      γενική της έχιδνας των εχιδνών
    αιτιατική την έχιδνα τις έχιδνες
     κλητική έχιδνα έχιδνες
Παράρτημα
Έχιδνα (3)

Ετυμολογία [επεξεργασία]

έχιδνα < αρχαία ελληνική ἔχιδνα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

έχιδνα θηλυκό

  1. (ερπετολογία) είδος φιδιού
     συνώνυμα: οχιά
  2. (μεταφορικά) επικίνδυνη γυναίκα, ύπουλη, πονηρή, φαρμακόγλωσση
     συνώνυμα: οχιά
  3. (ζωολογία) ωοτόκο θηλαστικό της οικογένειας των ταχυγλωσσιδών, που μοιάζει με τον σκαντζόχοιρο
     συνώνυμα: ταχυγλωσσίδα

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]