έχιδνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Έχιδνα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική έχιδνα έχιδνες
γενική έχιδνας εχιδνών
αιτιατική έχιδνα έχιδνες
κλητική έχιδνα έχιδνες
Έχιδνα (3)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

έχιδνα < αρχαία ελληνική ἔχιδνα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

έχιδνα θηλυκό

  1. (ερπετολογία) είδος φιδιού
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: οχιά
  2. (μεταφορικά) επικίνδυνη γυναίκα, ύπουλη, πονηρή, φαρμακόγλωσση
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: οχιά
  3. (ζωολογία) ωοτόκο θηλαστικό της οικογένειας των ταχυγλωσσιδών, που μοιάζει με τον σκαντζόχοιρο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ταχυγλωσσίδα

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]