Μετάβαση στο περιεχόμενο

έχυσα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

έχυσα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χύνω