ήγουν
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]ήγουν < αρχαία ελληνική ἤγουν < ἤ γε οὖν
Σύνδεσμος
[επεξεργασία]ήγουν
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ήγουν
|
ήγουν < αρχαία ελληνική ἤγουν < ἤ γε οὖν
ήγουν
|