Μετάβαση στο περιεχόμενο

ήθελα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

ήθελα

  • α' ενικό παρατατικού του ρήματος θέλω