ήμερος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ήμερος ήμερη ήμερο
γενική ήμερου ήμερης ήμερου
αιτιατική ήμερο ήμερη ήμερο
κλητική ήμερε ήμερη ήμερο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ήμεροι ήμερες ήμερα
γενική ήμερων ήμερων ήμερων
αιτιατική ήμερους ήμερες ήμερα
κλητική ήμεροι ήμερες ήμερα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ήμερος < αρχαία ελληνική ἥμερος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ήμερος

  1. (για ζώα) που δεν είναι άγριος, που έχει εξημερωθεί· εξημερωμένος
  2. (για φυτά) που καλλιεργείται από τον άνθρωπο, που δεν φυτρώνει από μόνος του σε άγρια κατάσταση
  3. (για ανθρώπους) πράος
  4. που γίνεται χωρίς βία ή χωρίς ένταση
    Ο Παντελής την έθαψε χωρίς σπαραγμό κ' ευχαρίστησε το θεό για τον ήμερο θάνατο που της έδωσε. (Δημήτρης Χατζής, Ανυπεράσπιστοι)

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]