Μετάβαση στο περιεχόμενο

ήπαρ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ήπαρ τα ήπατα
      γενική του ήπατος των ηπάτων
    αιτιατική το ήπαρ τα ήπατα
     κλητική ήπαρ ήπατα
Κατηγορία όπως «κρέας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ήπαρ < αρχαία ελληνική ἧπαρ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ήπαρ ουδέτερο

  • (λόγιο) το συκώτι
    παράδειγμα  Το ήπαρ είναι το χημικό εργοστάσιο του σώματος.
    παράδειγμα  ιστολογική εξέταση του ήπατος, κίρρωση του ήπατος
      Τα ηπατοκύτταρα αποτελούν την βασική δομική μονάδα του ήπατος. Έχουν σχήμα πολυέδρου με τουλάχιστο 6 και ίσως και παραπάνω γωνίες και η διάμετρός τους ποικίλει από 20 έως 30 μm.
    Τολόγκος Στυλιανός. Ανοσοϊστοχημική μελέτη της έκφρασης της πρωτεΐνης MAGE-C1 στο ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα: Συσχετισμός με κλινικοϊστοπαθολογικές παραμέτρους, [πτυχιακή εργασία], Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Σχολή Επιστημών Υγείας, Τμήμα Μοριακής Βιολογίας και Γενετικής, Αλεξανδρούπολη 2017, @repo.lib.duth.gr

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]