Μετάβαση στο περιεχόμενο

ήπιος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ήπιος η ήπια το ήπιο
      γενική του ήπιου της ήπιας του ήπιου
    αιτιατική τον ήπιο την ήπια το ήπιο
     κλητική ήπιε ήπια ήπιο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ήπιοι οι ήπιες τα ήπια
      γενική των ήπιων των ήπιων των ήπιων
    αιτιατική τους ήπιους τις ήπιες τα ήπια
     κλητική ήπιοι ήπιες ήπια
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «θαυμάσιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ήπιος < αρχαία ελληνική ἤπιος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈi.pi.os/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ήπιος

Επίθετο

[επεξεργασία]

ήπιος, -α, -ο

  1. που δεν χαρακτηρίζεται από ή δεν προκαλεί πολύ έντονες ή ακραίες αντιδράσεις
      Είναι ένας λόφος χιονισμένος, με ένα άνοιγμα στο πλάϊ του. Μια μεγάλη ράμπα, με ήπια κατηφορική κλίση, οδηγεί στο εσωτερικό του. Η ράμπα είναι καθαρή και άνετη, ώστε και οι πιο ηλικιωμένοι να μπορούν να την κατέβουν. (Τάσος Παπαναστασίου, Η σιωπή δεν σε κρατά ζωντανό, εκδ. Μεταίχμιο, 2021)
      Η υπερηφάνεια και η αλαζονεία τους είναι απύθμενες και φαίνεται ότι τους γεμίζει ευχαρίστηση να κοροϊδεύουν και να χλευάζουν το ήπιο ήθος και τους μετριόφρονες χαρακτήρες μας, καθώς και τα ισορροπημένα μας φρονήματα. Εμείς όμως τη στάση τους αυτή, την υπερφίαλη και γεμάτη κομπορρημοσύνη, την περιφρονούμε ... (Ιστορικά, τ. 14, 2002, σελ. 33)
  2. που δεν έχει ένα (αρνητικό) χαρακτηριστικό σε υψηλό βαθμό
    ήπιος χειμώνας (που δεν χαρακτηρίζεται από πολύ κρύο και δεν έχει ακραία καιρικά φαινόμενα)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]