ήπιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ήπιος ήπια ήπιο
γενική ήπιου ήπιας ήπιου
αιτιατική ήπιο ήπια ήπιο
κλητική ήπιε ήπια ήπιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ήπιοι ήπιες ήπια
γενική ήπιων ήπιων ήπιων
αιτιατική ήπιους ήπιες ήπια
κλητική ήπιοι ήπιες ήπια

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ήπιος < αρχαία ελληνική ἤπιος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈi.pi.ɔs/

Επίθετο[επεξεργασία]

ήπιος, -α, -ο

  1. που δεν χαρακτηρίζεται από ή δεν προκαλεί πολύ έντονες ή ακραίες αντιδράσεις
    ήπιος άνθρωπος
    ήπια μέτρα (όχι σκληρά)
    ήπιος αυτισμός
  2. που δεν έχει ένα (αρνητικό) χαρακτηριστικό σε υψηλό βαθμό
    ήπιος χειμώνας (που δεν χαρακτηρίζεται από πολύ κρύο και δεν έχει ακραία καιρικά φαινόμενα)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]