Μετάβαση στο περιεχόμενο

ήρωας

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ήρωας οι ήρωες
      γενική του ήρωα των ηρώων
    αιτιατική τον ήρωα τους ήρωες
     κλητική ήρωα ήρωες
Κατηγορία όπως «φύλακας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ήρωας < αρχαία ελληνική ἥρως

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ήρωας αρσενικό (ηρωίδα θηλυκό)

  1. (στην Αρχαιότητα) μυθολογικό πρόσωπο που δεν είναι θεός και, συνήθως, ξεχωρίζει για την ανδρεία του
    παράδειγμα  ομηρικός ήρωας
      Οι ναοί όπου κανείς θυσίαζε στους θεούς καταρρέουν. Ιεροποιημένοι οι θεοί, οι θεές, οι ήρωες, επιβιώνουν ακόμη χάρη στη φωνή των ποιητών. (Η ελληνική εμπειρία, εκδ. Νεφέλη, 2006, σελ. 28)
  2. άνθρωπος που προβαίνει σε γενναία πράξη, συχνά μέχρι σημείου αυτοθυσίας
    παράδειγμα  αφανής ήρωας
    παράδειγμα  το μνημείο των ηρώων
      «Να ξεκαθαρίσουμε κάτι, για να μη νομίζετε ότι κάνω κριτική εκ του ασφαλούς», λέει ο Τάκης Λαμπρίας, αυτοεξόριστος ο ίδιος. «Κανείς αυτοεξόριστος δεν είναι ήρωας. Ήρωες είναι όσοι μάχονται μέσα στην επικράτεια. Έξω, το πληρώνεις με τη φτώχεια σου, την αθλιότητά σου, τη νοσταλγία σου, αλλά ήρωας δεν είσαι» (Στάθης Ν. Καλύβας, Νατάσα Τριανταφύλλη, Big Bang 1970-1973: Η άνθηση του πολιτισμού στα χρόνια της δικτατορίας, εκδ. Μεταίχμιο, 2025, σελ. 65)
  3. το πρότυπο που κάποιος θαυμάζει και μιμείται
    παράδειγμα  είναι ο ήρωάς μου
  4. ο κεντρικός χαρακτήρας σε αφήγηση (λογοτεχνική, θεατρική, κινηματογραφική)
    παράδειγμα  οι ήρωες του Παπαδιαμάντη
  5. ο πρωταγωνιστής γεγονότος
    παράδειγμα  ο ήρωας των επεισοδίων

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]