ήχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ήχος οι ήχοι
      γενική του ήχου των ήχων
    αιτιατική τον ήχο τους ήχους
     κλητική ήχε ήχοι
όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ήχος < αρχαία ελληνική ἦχος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ήχος αρσενικό

  1. ό,τι αντιλαμβάνονται οι ζωντανοί οργανισμοί με την αίσθηση της ακοής· οι δονήσεις που προκαλούνται σε φυσικά σώματα μεταφέρονται με διαδοχικά πυκνώματα και αραιώματα του αέρα ή άλλων υλικών στο αυτί και, εφόσον έχουν την κατάλληλη ένταση και συχνότητα, γίνονται αντιληπτές από τον εγκέφαλο ως ήχοι
  2. ο καθένας από τους οκτώ τρόπους της βυζαντινής μουσικής

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

δείτε τις λέξεις ηχο- και -ηχος

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]