ίαμβος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ίαμβος ίαμβοι
γενική ιάμβου ιάμβων
αιτιατική ίαμβο ιάμβους
κλητική ίαμβε ίαμβοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ίαμβος < αρχαία ελληνική ἴαμβος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈi.aɱ.vɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ίαμβος αρσενικό

  1. (φιλολογία) δισύλλαβος τύπος της νεοελληνικής μετρικής με εναλλαγή άτονης και τονισμένης συλλαβής (‿—)
  2. (φιλολογία) δισύλλαβος τύπος της αρχαιοελληνικής μετρικής με εναλλαγή βραχύχρονης και μακρόχρονης συλλαβής (‿—)
  3. (φιλολογία) ο στίχος ενός ποιήματος με ιαμβικό μέτρο
    Πλην πόσα έλειψαν εκ των παπύρων, / πόσον συχνά των μιαρών σηρών βορά / έγινεν ίαμβος λεπτός και είρων! (Κωνσταντίνος Καβάφης, Οι Μιμίαμβοι του Ηρώδου)
  4. (φιλολογία) είδος αρχαιοελληνικού ποιήματος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]