Μετάβαση στο περιεχόμενο

ίβις

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ίβις < αρχαία ελληνική ἶβις

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ίβις θηλυκό

  • υδρόβιο πτηνό της οικογένειας των Threskiornithidae που μοιάζει με τον πελαργό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]