ίλιγγος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ίλιγγος οι ίλιγγοι
      γενική του ιλίγγου
& ίλιγγου
των ιλίγγων
& ίλιγγων
    αιτιατική τον ίλιγγο τους ιλίγγους
& ίλιγγους
     κλητική ίλιγγε ίλιγγοι
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ίλιγγος < αρχαία ελληνική ἴλιγγος εκ του ἴλλω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈi.liŋ.gɔs/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ίλιγγος αρσενικό

  1. (ιατρική): απώλεια αίσθησης ισορροπίας, χαρακτηριστικό αίσθημα ζάλης κατά το οποίο ο ασθενής νιώθει ότι ο ίδιος ή τα πράγματα γύρω του περιστρέφονται ή κινούνται με άλλο τρόπο
  2. (μεταφορικά) αυτό που νιώθουμε όταν κάτι μας παρασύρει ψυχικά και μας δημιουργεί έντονη αναστάτωση
    τον είχε παρασύρει ο ίλιγγος της ταχύτητας
  3. (μεταφορικά) έντονο συναίσθημα ανησυχίας και φόβου
    με πιάνει ίλιγγος όταν σκέφτομαι το τι θα μπορούσε να συμβεί σε περίπτωση πυρηνικού ατυχήματος


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]