ίντο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : Κατηγορία: Γλώσσα ίντο

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ίντο < εσπεράντο ido (παιδί)
Η γλώσσα ido βγήκε από τη γλώσσα εσπεράντο, είναι κάτι σαν το παιδί της!

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ίντο θηλυκό

  • (γλώσσα) τεχνητή γλώσσα. Φτιάχτηκε για να διευκολύνει τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, όπως και οι περισσότερες τεχνητές γλώσσες. Είναι πολύ εύκολο να τη μάθει κανείς, ιδιαίτερα εάν ξέρει μια λατινογενή ή γερμανική γλώσσα.

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]