Μετάβαση στο περιεχόμενο

ίντρανετ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ίντρανετ (νεολογισμός) < απροσάρμοστο άμεσο δάνειο από την αγγλική intranet

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ίντρανετ ουδέτερο άκλιτο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • ίντρανετ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
  • intranet - Δελτίο Επιστημονικής Ορολογίας και Νεολογισμών. Ακαδημία Αθηνών. Τεύχος 7, έτος 2000. Διαθέσιμο pdf στο repository.academyofathens.gr