ίου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ίου < (άμεσο δάνειο) αγγλική ew < ηχομιμητικής προέλευσης
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈi.u/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ί‐ου
Επιφώνημα
[επεξεργασία]ίου!
Σημειώσεις
[επεξεργασία]- Θεωρείται θηλυπρεπής λέξη, που χρησιμοποιείται πιο συχνά από νεαρές γυναίκες.