ίσαλα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ίσαλα < ίσαλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ίσαλα ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  • (ναυτικός όρος) η νοητική γραμμή των πλευρών ενός πλοίου που σχηματίζεται από την τομή αυτών με την επιφάνεια της θάλασσας, ή λίμνης, ή ποταμού που βρίσκεται σε ηρεμία.


Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

  • έξαλα: το μέρος του πλοίου που βρίσκεται πάνω από τα ίσαλα
  • ύφαλα: το μέρος του πλοίου που βρίσκεται κάτω από τα ίσαλα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]