ίσο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ίσο τα ίσα
      γενική του ίσου των ίσων
    αιτιατική το ίσο τα ίσα
     κλητική ίσο ίσα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ίσο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ίσος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ίσο ουδέτερο

  1. (βυζαντινή μουσική) ένας βασικός, συνεχής τόνος που συνοδεύει την κύρια μελωδία στη βυζαντινή μουσική

Εκφράσεις[επεξεργασία]

κρατάω το ίσο

  1. (κυριολεκτικά) τραγουδώ τον ήχο του ίσου ψέλνοντας
  2. (μεταφορικά) συμφωνώ συνεχώς

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

ίσο