ίωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ίωση οι ιώσεις
      γενική της ίωσης
& ιώσεως
των ιώσεων
    αιτιατική την ίωση τις ιώσεις
     κλητική ίωση ιώσεις
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ίωση < καθαρεύουσα ίωσις απόδοση στα ελληνικά του αγγλικού όρου virosis

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ίωση θηλυκό

  1. ασθένεια που οφείλεται σε προσβολή του οργανισμού από ιό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]