αέρια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]αέρια ουδέτερο
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αέριο
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]αέρια θηλυκό