αέριο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αέριο αέρια
γενική αερίου αερίων
αιτιατική αέριο αέρια
κλητική αέριο αέρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αέριο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αέριος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αέριο ουδέτερο

  1. φυσικό σώμα σε αέρια κατάσταση
    το οξυγόνο υπό κανονικές συνθήκες είναι αέριο
  2. (ιατρική, μόνο στον πληθυντικό) τα αέρια που παράγονται κατά τη διαδικασία της πέψης στο πεπτικό σύστημα
    Νιώθω άσχημα, γιατί έχω πολλά αέρια
  3. (κατ' επέκταση), (ευφημισμός) πορδή, κλανιά όταν εξέρχονται
  4. Τοξικές ουσίες, έννοια που απέκτησε η λέξη "αέρια" κατά τον πρώτο και δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και διατηρήθηκε μέχρι τα τέλη του περασμένου αιώνα, όπου το "αέριο" ήταν συνώνυμο του ορατού ή "απτού" αέρα που περιείχε κάτι κακό.
    Δηλητηριάστηκαν από τα αέρια, έγραφαν τότε οι εφημερίδες για το χημικό πόλεμο
  5. (φυσική), (χημεία) ρευστό χωρίς επιφανειακή τάση
    Τα αέρια χαρακτηρίζονται ανάλογα με τη συμπεριφορά τους
    τα τέλεια αέρια λέγονται και ιδανικά, γιατί ακολουθούν πλήρως τους Νόμους Boyle - Mariotte και Gay - Lyssac
    τα ευγενή αέρια, π.χ. το ήλιο, ονομάστηκαν έτσι γιατί διαπιστώθηκε ότι "σνομπάρουν" και δεν αντιδρούν πρόθυμα με τα υπόλοιπα αέρια
    Στη φυσική υπάρχει επίσης κατηγορία κβαντικών αερίων και φωτονικών αερίων
    Τα ασφυξιογόνα αέρια και τα δακρυγόνα (ενν. αέρια) επενεργούν στο αναπνευστικό.
    Το ιλαρυντικό αέριο προκαλεί γέλιο και αναισθησία
    Τα αναισθητικά αέρια χρησιμοποιούνται στα χειρουργεία
  6. (κοινά) το γκάζι, το υγραέριο


Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Φορούν μάσκα αερίων (για να προφυλάσσονται από παρουσία τυχόν δηλητηριωδών αερίων)

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

αέριο