αίγειρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

αίγειρος < αρχαία ελληνική αἴγειρος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αίγειρος θηλυκό

  1. η λεύκη (το δένδρο λεύκα)
    μακραί τ' αἴγειροι καὶ ἰτέαι ὠλεσίκαρποι (Ομήρου Οδύσσεια, κ 510)


Μεταφράσεις[επεξεργασία]