αίγλη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : Αίγλη, αἴγλη

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αίγλη
γενική αίγλης
αιτιατική αίγλη
κλητική αίγλη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αίγλη < αἴγλη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɛ.ɣli/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αίγλη θηλυκό

  1. ακτινοβολία, λάμψη, χλιδή
  2. το φωτοστέφανο των αγίων
  3. όρος της οπτικής για συγκεκριμένη μορφή ακτινοβολίας