αίδεση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αίδεση < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αίδεση θηλυκό

  1. όρος του αρχαίου Αττικού Δικαίου. Όταν το Παλλάδιο δικαστήριο, αρμόδιο για την εκδίκαση ακούσιων φόνων, επέβαλλε στον καταδικαζόμενο, ακούσιο φονέα, πρόσκαιρη εξορία, ήταν δυνατή η συγχώρησή του από τους συγγενείς του θύματος, η οποία ονομαζόταν αίδεση και είχε αποτέλεσμα μετριασμό της ποινής

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]