αίμαν
Εμφάνιση
Ποντιακά (pnt)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αίμαν < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική αἷμα
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αίμαν ουδέτερο
Πηγές
[επεξεργασία]→ δείτε τη λέξη wikt:pl:αίμαν