αίσχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : αἶσχος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αίσχος αίσχη
γενική αίσχους αισχών
αιτιατική αίσχος αίσχη
κλητική αίσχος αίσχη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αίσχος < αρχαία ελληνική αἶσχος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈε.sxɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αίσχος ουδέτερο

  1. χαρακτηρισμός για κάτι που προκαλεί ντροπή
    το τείχος του αίσχους
  2. χαρακτηρισμός για κάτι πολύ άσχημο
    Αυτό το σπίτι είναι αίσχος.Ποιος το έφτιαξε;
  3. (στον πληθυντικό) αισχρές πράξεις
    σε αυτό το σπίτι γίνονται αίσχη
  4. (ως επιφώνημα) ντροπή!
    Τι πράγματα είναι αυτά; Αίσχος!

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]