αβάδιστα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβάδιστα < αβάδιστος +

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

αβάδιστα

  1. χωρίς να (μπορεί να) περπατήσει
  2. χωρίς κόπο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: άκοπα
    Αβάδιστα θα μπορούσε να αυξήσει τα έσοδα φορολογίας από τις επιχειρήσεις η νέα κυβέρνηση, σύμφωνα με παλαιά καραβάνα των δημόσιων οικονομικών. (*)
  3. χωρίς να (μπορούμε να) τον διαβούμε ή τον προσεγγίσουμε

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • πρόκειται για λέξη που ταξινομείται κοντά στην αρχή μιας λίστας, γι’ αυτό χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον στην αρχή μικρών αγγελιών, ιδίως ερωτικού περιεχομένου

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]