αβάζος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αβάζος αβάζοι
γενική αβάζου αβάζων
αιτιατική αβάζο αβάζους
κλητική αβάζε αβάζοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβάζος < αβάζι < τουρκική avaz < περσική آواز (âvâz - φωνή, ήχος)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.'va.zɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αβάζος αρσενικό

  • αυτός που έχει δυνατή φωνή ή που φωνάζει πολύ

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]