αβάνης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αβάνης αρσενικό

  1. Ο συκοφάντης, ο κακολόγος, ο διαβολέας.
    Κακός άνθρωπος! Αβάνης!
  2. Ο καταδότης, ο προδότης, ο άπιστος.
    Μας πρόδωσε ο παλιοαβάνης!
  3. Ο πλεονέκτης.
    Μην τα θες όλα δικά σου. Μην είσαι αβάνης.
  4. Ο ταλαίπωρος.
    Δουλεύει όλη μέρα ο αβάνης.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]