αβάρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβάρα < αβαράρω

Έκφραση[επεξεργασία]

αβάρα

  • κοινό ναυτικό κέλευσμα που συνήθως δίδεται από τον «λέμβαρχο» προς τον «πρόκωπο» της λέμβου ή τον κυβερνήτη μικρού περιπολικού σκάφους προς τον ναύτη της πλώρης για την αποφυγή σύγκρουσης με εμπόδιο, βράχο ή άλλο σκάφος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Τσακωνικά (tsd)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβάρα < → λείπει η ετυμολογία

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /aˈva.ɾa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐βά‐ρα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αβάρα αρσενικό

Πηγές[επεξεργασία]