αβάστακτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβάστακτος < αρχαία ελληνική ἀβάστακτος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αβάστακτος, αβάσταγος, αβάσταχτος αρσενικό

δείτε τη λέξη: αβάσταχτος