αβάσταχτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβάσταχτα < αβάσταχτος

Επίρρημα[επεξεργασία]

αβάσταχτα

  • έτσι που δεν μπορείς να το βαστάξεις, να το αντέξεις

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

αβάσταχτα

  1. αβάσταχτο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού