αβαγιανός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αβαγιανός οι αβαγιανοί
      γενική του αβαγιανού των αβαγιανών
    αιτιατική τον αβαγιανό τους αβαγιανούς
     κλητική αβαγιανέ αβαγιανοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβαγιανός < βαγιά < αρχαία ελληνική βαΐς < αρχαία αιγυπτιακή b'j (κοπτικά bai)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αβαγιανός αρσενικό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]