αβαγιανός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αβαγιανός οι αβαγιανοί
      γενική του αβαγιανού των αβαγιανών
    αιτιατική τον αβαγιανό τους αβαγιανούς
     κλητική αβαγιανέ αβαγιανοί
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβαγιανός < βαγιά < αρχαία ελληνική βαΐς < αρχαία αιγυπτιακή b'j (κοπτικά bai)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αβαγιανός αρσενικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]