αβαθής
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | αβαθής | η | αβαθής | το | αβαθές |
| γενική | του | αβαθούς* | της | αβαθούς | του | αβαθούς |
| αιτιατική | τον | αβαθή | την | αβαθή | το | αβαθές |
| κλητική | αβαθή(ς) | αβαθής | αβαθές | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | αβαθείς | οι | αβαθείς | τα | αβαθή |
| γενική | των | αβαθών | των | αβαθών | των | αβαθών |
| αιτιατική | τους | αβαθείς | τις | αβαθείς | τα | αβαθή |
| κλητική | αβαθείς | αβαθείς | αβαθή | |||
| * Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού | ||||||
| Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αβαθής < ελληνιστική κοινή ἀβαθής[1] < αρχαία ελληνική ἀ- (στερητικό) + βάθος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.vaˈθis/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐βα‐θής
Επίθετο
[επεξεργασία]αβαθής, -ής, -ές
- που δεν έχει βάθος, ρηχός
- ο κόλπος αυτός είναι αβαθής, τα μεγάλα πλοία κινδυνεύουν να εξωκείλουν
- (μεταφορικά) επιφανειακός, επιπόλαιος
- είναι αβαθής, δεν μπορεί να μπει στην ουσία των πραγμάτων
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αβαθής - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'συνεχής' (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα α- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)