αβαθύρριζος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβαθύρριζος < α- + βαθύρριζος

Επίθετο[επεξεργασία]

αβαθύρριζος, -η, -ο

  • (σπάνιο) που δεν έχει βαθιές ρίζες, του οποίου οι ρίζες απλώνονται κοντά στην επιφάνεια του εδάφους

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]