αβανγκαρντιστής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αβανγκαρντιστής οι αβανγκαρντιστές
      γενική του αβανγκαρντιστή των αβανγκαρντιστών
    αιτιατική τον αβανγκαρντιστή τους αβανγκαρντιστές
     κλητική αβανγκαρντιστή αβανγκαρντιστές
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβανγκαρντιστής < αβανγκαρντισμός + -ιστής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αβανγκαρντιστής αρσενικό, θηλυκό αβανγκαρντίστρια

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]