αβανιάρης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αβανιάρης αβανιάρα αβανιάρικο
γενική αβανιάρη αβανιάρας αβανιάρικου
αιτιατική αβανιάρη αβανιάρα αβανιάρικο
κλητική αβανιάρη αβανιάρα αβανιάρικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αβανιάρηδες αβανιάρες αβανιάρικα
γενική αβανιάρηδων (αβανιάρων) αβανιάρικων
αιτιατική αβανιάρηδες αβανιάρες αβανιάρικα
κλητική αβανιάρηδες αβανιάρες αβανιάρικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβανιάρης < αβανιά + -ιάρης < μεσαιωνική ελληνική αβανιά / αβανία < τουρκική avan < αραβική خوان (ḵawwān: άπιστος, αναξιόπιστος, ύπουλος, προδότης) < ρίζα خ و ن ‎(ḵ-w-n)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αβανιάρης αρσενικό, αβανιάρα θηλυκό, αβανιάρικο ουδέτερο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]